ἀτμός

ἀτμός
Grammatical information: m.
Meaning: `steam, vapour, odour' (A.),
Other forms: ἀτμή f. `id.' (Hes.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Contracted from ἀετμός, cf. ἀετμόν τὸ πνεῦμα, ἄετμα φλόξ H.? Compared with ἄ(Ϝ)ελλα (q. v.) \< *ἄϜε-λ-ι̯ᾰ (Chantr. Form. 136) and ἄημι; further with ἀυτμή (q. v.), but the `ablaut' is unexplained. Chantr. points to the difference in meaning with ἄημι. Diff. Solmsen Unt. 271f. - Not to Skt. ātmán- `soul', OHG. ātum `breath' (\< *h₁eh₁tm-). Cf. Bq.
Page in Frisk: 1,179-180

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀτμός — steam masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατμός — Η αέρια φάση των ουσιών οι οποίες κάτω από συνηθισμένες συνθήκες πίεσης και θερμοκρασίας βρίσκονται σε υγρή κατάσταση. Σε αντίθεση προς τα αέρια, οι α. κάτω από συνηθισμένες συνθήκες βρίσκονται σε θερμοκρασία κατώτερη από την κρίσιμη. Ο α. λοιπόν …   Dictionary of Greek

  • ατμός — [атмос] ουσ. а. пар …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ατμός — ο 1. το αέριο που παράγεται από ένα υγρό με τη θέρμανση, ο αχνός: Το νερό ήταν τόσο ζεστό που έβγαζε ατμούς. 2. το αέριο που βγαίνει από νερό το οποίο βράζει και που χρησιμοποιείται για την κίνηση μηχανών: Με τον ατμό κινήθηκαν για κάμποσα χρόνια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κεκορεσμένος ατμός — Ατμός που βρίσκεται σε θερμοδυναμική ισορροπία με το υγρό ή το στερεό σώμα από το οποίο προέρχεται. Ανάμεσα σε ένα υγρό και τον κ.α. του υπάρχει δυναμική ισορροπία, δηλαδή ο αριθμός των μορίων που απομακρύνονται στη μονάδα του χρόνου από την υγρή …   Dictionary of Greek

  • ἀτμοῖς — ἀτμός steam masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτμοῖσι — ἀτμός steam masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτμοῖσιν — ἀτμός steam masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτμοί — ἀτμός steam masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτμοῦ — ἀτμός steam masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτμούς — ἀτμός steam masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.